Η συνεχής κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία και το μίσος και τα πάθη που παράγει αναπόφευκτα, καθιστά ολοένα πιο δύσκολη την αντίστροφη πορεία προς την ειρήνη και μεγαλώνει τον κίνδυνο διολισθήσεως σ’ έναν παγκόσμιο πόλεμο.

Είναι φανερό ότι η σύγκρουση στη χώρα αυτή υπερβαίνει κατά πολύ τα όριά της. Είναι ένας πόλεμος δι ‘ αντιπροσώπων, στον οποίον αντιπαρατίθενται γεωπολιτικοί και ηγεμονικοί ανταγωνισμοί, που αφορούν ολόκληρη την Ευρώπη και ιδιαίτερα τις δυο ηγεμονικές δυνάμεις ΗΠΑ και Ρωσία. Θα έπρεπε λογικά, οι δυο αυτές δυνάμεις να είναι σε άμεση επαφή και να διαπραγματευθούν απευθείας τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας ειρηνικής λύσεως στην Ουκρανία. Το ότι αυτό δεν γίνεται, είναι μια σαφής ένδειξη ότι επιδιώκονται, μέσα από τον πόλεμο, στόχοι πέραν από την Ουκρανία. Αντ’ αυτού, κλιμακώνεται περαιτέρω η ένταση,  με νέες κυρώσεις, που προσλαμβάνουν μορφή ολοκληρωτικού οικονομικού πολέμου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύεται ανίκανη και απρόθυμη να διαδραματίσει οποιονδήποτε αυτόνομο και ουσιαστικό ρόλο, παρά το γεγονός ότι αυτή κυρίως υφίσταται τις δραματικές συνέπειες. Αφήνεται ο ρόλος του δήθεν «ειρηνοποιού» στον Ταγίπ Ερντογάν, που συμπεριφέρεται ως «επιτήδειος ουδέτερος» και προσπαθεί ν’ αποκομίσει γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη από την τραγωδία της Ουκρανίας και από τον ηγεμονικό ανταγωνισμό των δυο υπερδυνάμεων.

Η Τουρκία δεν έχει επιβάλει καμιά κύρωση κατά της Ρωσίας, ενώ είναι μέλος του ΝΑΤΟ, και κάνει ότι μπορεί για να επωφεληθεί προνομιακά από αυτή την κατάσταση, με το πρόσχημα του διαμεσολαβητή. Ο ρόλος αυτός, αντί να επισύρει οργή και δυσαρέσκεια από τη Δυτική πλευρά, αναγνωρίζεται από τις ΗΠΑ και επιβραβεύεται με συζητήσεις για πώληση αεροσκαφών F – 16   70 και για προνομιακή πρόσβαση της Τουρκίας στην Αμερικανική αγορά, με στόχο οι Αμερικανό – Τουρκικές εμπορικές ανταλλαγές ν’ ανέλθουν ετησίως σε 100 δισ. δολάρια.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι, μέσα από αυτό το νέο κλίμα στις Τουρκο – Αμερικανικές σχέσεις, τα Ελληνο – Τουρκικά θέματα είναι στην ημερήσια διάταξη, γιατί η Άγκυρα προσπαθεί συστηματικά να εξαργυρώσει τη βελτίωση των σχέσεων της με τις ΗΠΑ, με ανταλλάγματα σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου. Η σπουδή της Κυβερνήσεως ν’ ανταποκριθεί στις Αμερικανικές πιέσεις για ανοίγματα προς την Άγκυρα και συζητήσεις, με στόχο το υποτιθέμενο κλείσιμο των υπαρχόντων ρηγμάτων στο ΝΑΤΟ και την προβολή ενός αδιάσπαστου αντι – Ρωσικού μετώπου, έρχεται ως συμπληρωματική πολιτική των Αμερικανικών ανοιγμάτων προς την Τουρκία και η Ελλάδα κινδυνεύει να κληθεί να πληρώσει πολύ ακριβό τίμημα.

Η πρόθυμη και υποτακτική πολιτική της Ελληνικής Κυβερνήσεως, που έσπευσε να στείλει όπλα στο καθεστώς Ζελένσκι στην Ουκρανία, να ευθυγραμμισθεί με οποιαδήποτε νέα μέτρα κυρώσεων κατά της Ρωσίας και να απελάσει προσφάτως 12 Ρώσους διπλωμάτες, δεν εξυπηρετεί τα Ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Αυτό επιβεβαιώθηκε, για μια ακόμη φορά, με την Αμερικανική πολιτική των δυο μέτρων και δυο σταθμών απέναντι στην Τουρκία.

Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Πολωνία ούτε Λιθουανία. Έχει ιστορικούς,  φιλικούς δεσμούς τόσο με τον ομόδοξο Ρωσικό λαό όσο και με τον ομόδοξο Ουκρανικό λαό και οποιαδήποτε διαφωνία και καταδίκη της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία δεν πρέπει να εκτρέπεται σε υστερικό και άκριτο αντι – Ρωσισμό , που δεν αρμόζει στον Ελληνικό λαό και δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα.

 

Πρόδρομος Εμφιετζόγλου

Πρόεδρος

Πανελλήνια ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ